εικοσιένα(ς)

εικοσιένα(ς)
εικοσιμιά двадцать один

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "εικοσιένα(ς)" в других словарях:

  • εικοσιένας — θηλ. εικοσιμία και μιά ουδ. εικοσιένα αριθμ. απόλ. 1. ο αριθμός 21, είκοσι και ένας. 2. το ουδ. με αρθρ. ως κύρ. όν., το Εικοσιένα: α) το έτος 1821, το πρώτο έτος της ελληνικής επανάστασης, β) η ίδια η ελληνική επανάσταση: Οι αγωνιστές του… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εικοσιένας — (θηλ. εικοσιμία και εικοσιμιά, ουδ. εικοσιένα) (Α εἰκοσιείς, εἰκοσιμία, εἰκοσιέν) 1. (απόλ. αριθμητικό) είκοσι και ένας 2. το ουδ. ως ουσ. το εικοσιένα το έτος κηρύξεως τής Επαναστάσεως για την απελευθέρωση από τους Τούρκους …   Dictionary of Greek

  • Arvanites — Total population est. 50,000 200,000 (see below) Regions with significant populations Attica, Peloponnese, Boeotia, Ep …   Wikipedia

  • Крацайзен, Карл — Карл Август Кразейсен Карл Август Крацайзен (нем. Karl August Krazeisen * 28 октября 1794 Кастеллаун[1]  27 января 1878 Мюнхен)  баварский офицер филэллин и художник. Содержание …   Википедия

  • βιβλιοθήκη — Δημόσια ή ιδιωτική συλλογή βιβλίων ή χειρογράφων, οργανωμένη με σκοπό τη διατήρησή τους ή τη διευκόλυνση των αναγνωστών να τα συμβουλεύονται και να τα μελετούν. Ο όρος σημαίνει επίσης και τον τόπο όπου φυλάσσονται τα βιβλία, αλλά και… …   Dictionary of Greek

  • Θεοδωρακόπουλος, Ιωάννης — (Σπάρτη 1900 – Αθήνα 1981). Πανεπιστημιακός και ακαδημαϊκός. Φοίτησε στη Ριζάρειο εκκλησιαστική σχολή και στη συνέχεια σπούδασε φιλοσοφία στη Βιέννη και στη Χαϊδελβέργη. Έγινε διδάκτορας της φιλοσοφίας στο πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης, εξελέγη… …   Dictionary of Greek

  • Λαμπρινός, Γεώργιος — (Καλαμάτα 1909 – 1948). Φιλολογικό ψευδώνυμο του κριτικού και δοκιμιογράφου Γεωργίου Μπαστουνόπουλου. Παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στα γράμματα το 1936 με δοκίμιά του που δημοσιεύθηκαν στην εφημερίδα της Καλαμάτας Θάρρος. Στη συνέχεια… …   Dictionary of Greek

  • Λάππας, Τάκης — (Λιβαδειά 1904 – 1995). Συγγραφέας και λογοτέχνης. Σπούδασε στη νομική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, αλλά νωρίς αφιερώθηκε στην ιστορική έρευνα, στη λογοτεχνία και στο θέατρο. Έγραψε διάφορες ιστορικές μελέτες (αναφερόμενες κυρίως στη Ρούμελη) …   Dictionary of Greek

  • Μπέλμαν, Καρλ Μίκαελ — (Karl Mikael Bellman, Στοκχόλμη 1740 – 1795). Σουηδός ποιητής. Ήταν ο πρώτος από εικοσιένα αδέλφια· ο πατέρας του εργαζόταν σε δημόσια υπηρεσία και ο ίδιος διετέλεσε γραμματέας της αυλής από το 1780. Άρχισε να γράφει νεότατος: ποιητής με πλούσια… …   Dictionary of Greek

  • Προκοπίου, Άγγελος — (Aλεξάνδρεια [Aίγυπτος] 1909 – ;). Έλληνας κριτικός τέχνης, καθηγητής του Eθνικού Mετσόβειου Πολυτεχνείου. Διετέλεσε δικηγόρος (1934), κριτικός τέχνης της εφημερίδας Καθημερινή, διευθυντής του περιοδικού Νέες Μορφές (1962), μορφωτικός σύμβουλος… …   Dictionary of Greek

  • αθάνατος — η, ο 1. αυτός που δεν πεθαίνει, απέθαντος: Η ψυχή είναι αθάνατη. 2. ένδοξος, αλησμόνητος: Οι αθάνατοι ήρωες του Εικοσιένα. 3. στερεός, αχάλαστος (για συγκεκριμένα πράγματα): Αυτό το ύφασμα είναι αθάνατο. 4. αυτός που δίνει αθανασία: Πάω γι… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»